Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Άξονας Ελλάδας-Νότιας Κύπρου-Ισραήλ: απειλή για την ειρήνη

Από: Άγγελος Καλοδούκας
 

Ξαφνικά, στο τέλος του καλοκαιριού, οι εθνικές αντιπαραθέσεις αυξάνουν επικίνδυνα στην ανατολική Μεσόγειο ενώ κάπου στο βάθος πυκνώνουν σύννεφα πολέμου.






Ξαφνικά, στο τέλος του καλοκαιριού, οι εθνικές αντιπαραθέσεις αυξάνουν επικίνδυνα στην ανατολική Μεσόγειο ενώ κάπου στο βάθος πυκνώνουν σύννεφα πολέμου. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν οι πολεμοκάπηλες κραυγές θα καταλήξουν σε θερμά επεισόδια. Ένα είναι βέβαιο: στη δημιουργία κλίματος έντασης στην περιοχή οι κυρίως υπεύθυνοι είναι το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Νότια Κύπρος. Την επικινδυνότητα της κατάστασης που διαμορφώνεται μας τη δίνει ο πρόεδρος του διεφθαρμένου ελληνοκυπριακού κράτους της Νότιας Κύπρου (παράδεισος offshore εταιρειών και ξεπλύματος μαύρου χρήματος στο οποίο έχουν εμπλακεί κατά καιρούς και πρόεδροι του κράτους). Ο πρόεδρος της Νότιας Κύπρου Δημήτρης Χριστόφιας κάλεσε σε ετοιμότητα την «Εθνική Φρουρά» -τις ένοπλες δυνάμεις του κρατιδίου. Ο λόγος:
«Επιβάλλεται επαγρύπνηση και ετοιμότητα, λόγω της τουρκικής αλαζονείας και των απειλών που εκτοξεύονται σε μία προσπάθεια εκβιασμού της Κυπριακής Δημοκρατίας να μην εκμεταλλευτεί την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη» δήλωσε.
Ο κ. Χριστόφιας ζήτησε από τις Ένοπλες Δυνάμεις “να διαφυλάξουν την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της ημικατεχόμενης πατρίδας μας, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του λαού μας”».[1]
Σε αγαστή συμφωνία με τη διεφθαρμένη πολιτική ηγεσία της Νότιας Κύπρου βρέθηκε και η νεοφιλελεύθερη συμμορία των ΓΑΠ-Βενιζέλου:
«Ο εκπρόσωπος Τύπου του υπουργείου Εξωτερικών Γρηγόρης Δελαβέκουρας με αφορμή τις προκλητικές δηλώσεις υψηλόβαθμων Τούρκων αξιωματούχων μετά την απόφαση της Κύπρου να πραγματοποιήσει γεωτρήσεις στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της [δήλωσε ότι]:
Είναι αυτονόητο ότι προετοιμαζόμαστε για κάθε ενδεχόμενο. Η Ελλάδα προασπίζεται τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου σε συνεχή συντονισμό με την Κυπριακή δημοκρατία».[2]
Πολύ πιο ωμά επιθετικός ήταν ο νεοφιλελεύθερος τραμπούκος της κυβέρνησης, ο Θ. Πάγκαλος:
«“Οποιαδήποτε επίθεση εναντίον της Κύπρου ισοδυναμεί με επίθεση εναντίον της Ελλάδος”, διεμήνυσε από το βήμα της Βουλής, με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις Ερντογάν, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Θόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος επεσήμανε ότι είναι πολύ άσχημο να παρεμβαίνει η Τουρκία με στρατιωτικά επιχειρήματα και επιχειρήματα εκφοβισμού.
Απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του προέδρου του ΛΑΟΣ, Γιώργου Καρατζαφέρη για τα προβλήματα της Θράκης, ο κ. Πάγκαλος εξέφρασε την άποψη ότι αποτελεί μεγάλο σφάλμα η ύπαρξη του τουρκικού προξενείου στην Κομοτηνή, το οποίο, τόνισε, δεν αποτελεί αντιστοίχηση προς το ελληνικό προξενείο της Κωνσταντινούπολης, δεδομένου ότι υπάρχει και το τουρκικό προξενείο της Θεσσαλονίκης. “Είναι”, είπε, “πάγια άποψή μου, την έχω εκφράσει και ως ΥΠΕΞ”».[3]
Σε συμπαράσταση Ελλάδας, Νότιας Κύπρου, έσπευσε το αιματοβαμμένο φασιστοειδές καθεστώς των σιωνιστών του Ισραήλ:
«Χθες έκαναν την εμφάνισή τους (σύμφωνα με την εφημερίδα «Φιλελεύθερο») στα θαλάσσια οικόπεδα 11 (Λεβιάθαν) και 12 (Αφροδίτη) μη επανδρωμένα ισραηλινά αεροσκάφη, τα οποία περιπολούν την περιοχή.
Οι Ισραηλινοί έχουν ενεργοποιήσει και το εβραϊκό λόμπι στις Ηνωμένες Πολιτείες έναντι των τουρκικών απειλών. Το εβραϊκό λόμπι συνεργάζεται στενά και με το ελληνικό, ενώ η Ουάσιγκτον επισήμως έχει ταχθεί υπέρ του δικαιώματος της Κύπρου να πραγματοποιήσει εξορύξεις εντός της δικής της ΑΟΖ».[4]
Ένοπλες δυνάμεις σε ετοιμότητα, περιπολίες αεροσκαφών και πλοίων, κίνδυνος «θερμών επεισοδίων»…
Φαινομενικά τα πράγματα για την Αριστερά Ελλάδας-Νότιας Κύπρου θα έπρεπε να ήσαν εξαιρετικά απλά:
Από τη μια πλευρά βρίσκονται μια νεοφιλελεύθερη συμμορία (Ελλάδα), ένα καθεστώς διαφθοράς, διαπλοκής και πλήρους σύμπλευσης με το δυτικό ιμπεριαλισμό (Νότια Κύπρος) ενώ ο τρίτος της (καθόλου ενάρετης) παρέας είναι ένα κράτος-δολοφόνος: το Ισραήλ. Από την άλλη πλευρά, ένα αστικό συντηρητικό καθεστώς (η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν) το οποίο, ωστόσο, βρίσκεται σε πορεία ρήξης με το μαντρόσκυλό των ΗΠΑ στην περιοχή, το Ισραήλ, και προσέγγισης με τα αραβικά καθεστώτα που ανέτρεψαν δικτατορίες δεκαετιών, ενώ υπερασπίζεται το δικαίωμα των Παλαιστίνιων για ίδρυση δικού τους κράτος. Θα περίμενε κανείς, λοιπόν, η Αριστερά να καταγγείλει χωρίς περιστροφές την ελληνική κυβέρνηση και το καθεστώς της Νότιας Κύπρου για τις πολεμοκάπηλες περιπέτειες που πάνε να εμπλέξουν τις εργατικές τους τάξεις. Αλλά, δυστυχώς, η υπόκλιση στις «εθνικές» οπτικές των γεγονότων είναι η άλλη όψη του νομίσματος -της ανικανότητας της Αριστεράς να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά και με ταξικό τρόπο τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα που σαρώνει τη χώρα…

Το καθεστώς της Νότιας Κύπρος
Ας υπενθυμίσουμε πως φτάσαμε έως εδώ.
Το καθεστώς της Νότιας Κύπρου από χρόνια ενδιαφέρεται για τα πλούσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων που υποτίθεται ότι υπάρχουν στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (AOZ) της Κύπρου συνολικά και όχι μόνο της Νότιας Κύπρου. Δηλαδή, το καθεστώς της Νότιας Κύπρου ισχυριζόμενο ότι είναι το μόνο «νόμιμο κράτος» στο νησί (το τουρκοκυπριακό κράτος της Βόρειας Κύπρου το χαρακτηρίζει ως «ψευδοκράτος») επιδιώκει να υφαρπάξει τα όποια κέρδη προκύψουν από τυχόν ανακάλυψη υδρογονανθράκων μόνον για τους Ελληνοκύπριους καπιταλιστές καταπατώντας και αγνοώντας τα δικαιώματα των Τουρκοκύπριων.
Η άρχουσα τάξη της Νότιας Κύπρου έχει «θολώσει» από τα υπερκέρδη που προσδοκά:
«Υπολογίζεται ότι το συγκεκριμένο κοίτασμα [στο «οικόπεδο 12»] έχει αποθέματα 300 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου, με την αξία του να εκτιμάται μεταξύ 50 και 80 δισ. δολαρίων. Οι επενδύσεις έρευνας και ανάπτυξης του κοιτάσματος αναμένεται να φτάσουν στα 4,5 δισ. δολάρια, με αναμενόμενη παραγωγή φυσικού αερίου της τάξης των 40 εκατ. κυβικών μέτρων την ημέρα».[5]
Αρχικά το καθεστώς της Νότιας Κύπρου είχε απευθυνθεί (το 2007) σε γαλλικές και ρωσικές εταιρείες για έρευνες στην ΑΟΖ που διεκδικεί για μονομερή εκμετάλλευση (αγνοώντας τους Τουρκοκύπριους). Ωστόσο τόσο οι γαλλικές όσο και οι ρωσικές εταιρείες δεν προχώρησαν σε συμφωνία λόγω των αντιδράσεων της Τουρκίας.[6] Τον Αύγουστο του 2007, η μόνη εταιρεία που υπέβαλε σοβαρή πρόταση ήταν η Noble Energy αμερικανικών συμφερόντων. Τον Δεκέμβρη 2010, Νότια Κύπρος και Ισραήλ υπέγραψαν συμφωνία για τα όρια της μεταξύ τους ΑΟΖ.
Εδώ ακριβώς φαίνεται ο τυχοδιωκτικός χαρακτήρας του ελληνοκυπριακού καθεστώτος της Νότιας Κύπρου: μπροστά στην επιδίωξη κέρδους αδιαφορούν πλήρως για την ειρήνη στην περιοχή. Η περιοχή που διεκδικούν μαζί με τους δολοφόνους σιωνιστές του Ισραήλ είναι αμφισβητούμενη.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Λιβάνου Αντάν Μανσούρ, έχει καταγγείλει ότι η συμφωνία Κύπρου – Ισραήλ παραβιάζει την κυριαρχία του Λιβάνου «αποτελεί απειλή γιατί παραβιάζει τη λιβανική κυριαρχία, βλάπτει τα οικονομικά συμφέροντα του Λιβάνου και υποσκάπτει την ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή».[7] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο Λίβανο πλέον κυριαρχεί η Χεζμπολλάχ με τους ηρωικούς αγώνες της ενάντια στο σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ. Η Βουλή του Λιβάνου ψήφισε νόμο με τον οποίο οριοθέτησε μονομερώς τα σύνορα της ΑΟΖ της χώρας με το Ισραήλ, διεκδικώντας 800 τετραγωνικά χιλιόμετρα από το Ισραήλ.
Την κατάσταση περιπλέκει το γεγονός ότι η πλειοψηφία των κρατών της περιοχής, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, δεν έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους για τα όρια των ΑΟΖ (Ελλάδα – Τουρκία, Ισραήλ – Λίβανος, Κύπρος – Λίβανος). Η ρευστότητα στην περιοχή επιδεινώθηκε και με την ανατροπή της δικτατορίας στην Αίγυπτο:
«Η Τουρκία, σύμφωνα με τη διπλωματική αλληλογραφία των ΗΠΑ, προσέγγισε τον Λίβανο και την Αίγυπτο και ζήτησε την ακύρωση των συμφωνιών για την ΑΟΖ που υπέγραψαν τα δύο γειτονικά κράτη με την Κύπρο. Μάλιστα, υπέδειξαν στις δύο χώρες πως με βάση την τουρκική εκδοχή για τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας έχουν να κερδίσουν μεγαλύτερο μερίδιο. Με βάση την τουρκική εκδοχή η Κύπρος δεν έχει υφαλοκρηπίδα πέραν τον 12 μιλίων και με αυτό τον τρόπο κατέβασε την τουρκική υφαλοκρηπίδα δυτικά της Πάφου εισχωρώντας σε δύο ερευνητικά τεμάχια της Κύπρου, στα σύνορά της με την Αίγυπτο.
Ως αποτέλεσμα αυτών των παρεμβάσεων, η μεν Αίγυπτος αναφέρεται ότι απεσύρθη από τις διαπραγματεύσεις για την υφαλοκρηπίδα, αν και έχει υπογράψει και επικυρώσει τη συμφωνία για την ΑΟΖ».[8]
Παρά τη ρευστότητα, τα πράγματα έχουν διαμορφωθεί στο χοντρικό τους περίγραμμα: το Ισραήλ, η Νότια Κύπρος και η Ελλάδα των ΓΑΠ-Βενιζέλου σχηματίζουν έναν άξονα που βρίσκεται σε πορεία αντιπαράθεσης με αραβικά καθεστώτα που απειλούνται από τον ισραηλινό επεκτατισμό. Ελλάδα-Νότια Κύπρος οικειοθελώς (για τον έλεγχο των δρόμων του πετρελαίου) μπαίνουν σε συμμαχία με το Ισραήλ παρά το γεγονός ότι το Ισραήλ βρίσκεται σε αντιπαράθεση (συχνά στρατιωτικά) με τα αραβικά κράτη της περιοχής (και τους Παλαιστίνιους). Το γεγονός ότι αυτή η συμμαχία αποτελεί απειλή για την ειρήνη στην περιοχή το επιβεβαίωσε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο το ίδιο το Ισραήλ εκφοβίζοντας τους γείτονές του:
«Ενώ η κυπριακή κυβέρνηση ήταν αρκετά προσεκτική στις ανακοινώσεις και τους λόγους της [για την υπογραφή της συμφωνίας με το Ισραήλ για την ΑΟΖ] ώστε να µην προκαλέσει εντάσεις µε γειτονικές χώρες, δεν συνέβη το ίδιο µε το Ισραήλ. Στην ανακοίνωση που εξέδωσε η ισραηλινή πρεσβεία στη Λευκωσία τονίζεται ότι “υπό το φως της πρόσφατης ανακάλυψης πλούσιων φυσικών πόρων στη Μεσόγειο Θάλασσα, η οριοθέτηση των συνόρων του Ισραήλ θα παίξει σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση ζωτικών οικονομικών συμφερόντων του Ισραήλ, παρέχοντας ασφάλεια στους επενδυτές και σαφήνεια στους γείτονες του Ισραήλ ως προς την ακριβή τοποθεσία των θαλάσσιων συνόρων του Ισραήλ και ως προς τα δικαιώματα του στους φυσικούς θαλάσσιους πόρους”. Τα ισραηλινά μηνύματα προς τους γείτονες είναι σαφή».[9] [Οι υπογραμμίσεις δικές μου –ΑΚ]
Το μαντρόσκυλο λοιπόν του δυτικού ιμπεριαλισμού, το Ισραήλ, απειλεί τους γείτονές του σε πλήρη γνώση και με το σιγοντάρισμα των καθεστώτων Ελλάδας-Νότιας Κύπρου.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η ελληνοκυπριακή άρχουσα τάξη απειλεί να αποτελέσει casus belli για την περιοχή. Τις δεκαετίες του 1960 και 1970 το (σχεδόν) μαφιόζικο καθεστώς Μακαρίου έφτασε τις δυο χώρες, Ελλάδα-Τουρκία, τουλάχιστον τρεις φορές στα πρόθυρα πολέμου. Αιτία ήταν η πολιτική εθνοκάθαρσης που ακολουθούσε το καθεστώς Μακαρίου σε βάρος των Τουρκοκυπρίων. Για να μπορεί το καθεστώς Μακαρίου να εξασκεί την εγκληματική του πολιτική χρησιμοποιούσε από τη μια δολοφόνους φασίστες (του είδους Π. Γιωρκάτζη και Ν. Σαμψών) και από την άλλη Ελλάδα-Τουρκία,τη μια κατά της άλλης. Με αυτή την πολιτική τελικά «κατάφερε» να προκαλέσει την τουρκική εισβολή του 1974. Για μια ιστορική παρουσίαση αυτής της εγκληματικής πολιτικής διάβαζε τη δημοσίευσή μας Το κυπριακό ζήτημα, και επίσης, το βιβλίο Το Κυπριακό, από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι το σχέδιο Ανάν.
Μετά το 1974 το καθεστώς της Νότιας Κύπρου, σε πλήρη σύμπνοια με το δυτικό ιμπεριαλισμό, κατάφερε να είναι το μόνο αναγνωρισμένο κράτος της Κύπρου, επέτυχε «εθνική ομοιογένεια», και χάραξε τη στρατηγική του στο δόγμα:
«Η μη-λύση είναι η λύση!».
Το καθεστώς των ελληνοκύπριων καπιταλιστών από το 1974 σαμποτάρισε συστηματικά οποιαδήποτε προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού με κάποιου είδους συμβιβασμού με τους Τουρκοκύπριους για τη διατήρηση των προνομίων του ενός και μοναδικού «εθνικά ομοιογενούς» κράτους που οι ίδιοι ελέγχουν. Παρά τις πιέσεις που δέχθηκε κατά καιρούς η ελληνοκυπριακή άρχουσα τάξη παρέμεινε προσκολλημένη στην ίδια λογική. Απέρριψε το Σχέδιο Ανάν (που το υποστήριζαν όχι μόνο δυνάμεις του αριστερού κινήματος σε νότια και βόρεια Κύπρο αλλά, αρχικά, το υποστήριζε και μέρος του ΠΑΣΟΚ) με εντελώς εθνικιστική λογική: η άρχουσα τάξη της Νότιας Κύπρου εκμεταλλεύτηκε τις αντιθέσεις που άρχισαν να ανακύπτουν μεταξύ Τουρκίας και δυτικού ιμπεριαλισμού λόγω της πρόσφατης (τότε) εισβολής στο Ιράκ (το 2003) για να μείνει προσκολλημένη στο εθνικιστικό της «όραμα». Τον οικονομικό στραγγαλισμό της Βόρειας Κύπρου και να παραμείνει η ίδια ο μοναδικός αυθεντικός εκφραστής των δυτικών ιμπεριαλιστικών συμφερόντων στην Κύπρο. Αυτή η λογική φτάνει σήμερα στη λογική της κατάληξη: τη συμμαχία με τους σιωνιστές δολοφόνους του Ισραήλ….

Η «αραβική άνοιξη»
και η στάση Τουρκίας-Ελλάδας
Απέναντι σε αυτήν τη συμμαχία-πελάτη του δυτικού ιμπεριαλισμού (Ελλάδας-Νότιας Κύπρου-Ισραήλ) υπάρχει η Χεζμπολλάχ και καθεστώτα που προέκυψαν από την «αραβική άνοιξη». Ασφαλώς, και η Τουρκία, με αναβαθμισμένο ρόλο και κύρος στα αναδυόμενα νέα καθεστώτα του αραβικού κόσμου.
Με αυξανόμενο ρυθμό από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003 η Τουρκία διαφοροποιείται από τις ΗΠΑ και τους δυτικούς συμμάχους τους (συμπεριλαμβανομένου και του Ισραήλ) ως προς την πολιτική που ακολουθούν στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η αρχική κύρια αιτία αυτών των διαφοροποιήσεων ήταν ότι η τουρκική άρχουσα τάξη φοβήθηκε ότι οι ΗΠΑ ευνοούσαν τη δημιουργία κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ. Αργότερα προστέθηκαν και άλλοι λόγοι: η στρατηγική για ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση απέτυχε, οι Αμερικανοί αντιμετώπισαν (και αντιμετωπίζουν) αυξανόμενα προβλήματα στην επιβολή της ιμπεριαλιστικής ειρήνης σε Αφγανιστάν, Ιράκ και συνολικά στον αραβικό κόσμο, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα των εξεγέρσεων κατά των αραβικών δικτατοριών-πελατών του δυτικού ιμπεριαλισμού. Σε αυτές τις συνθήκες η τουρκική άρχουσα τάξη βρήκε την ευκαιρία για να εξασκήσει πολύπλευρη «εξωτερική πολιτική» (κάτι αντίστοιχο με την πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου τη δεκαετία του 1980), προσεγγίζοντας Ιράν, Ρωσία, Κίνα. Πράγμα που ενόχλησε τις ΗΠΑ, τους δυτικούς τους συμμάχους και το μαντρόσκυλό τους το Ισραήλ. Ιδιαίτερα με το ξέσπασμα της «αραβικής άνοιξης», η Άγκυρα εμφανίστηκε υπέρμαχος των αραβικών εξεγέρσεων: υποστήριξε τα νέα καθεστώτα, αρχικά εναντιώθηκε στην επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη, υποστήριξε το σπάσιμο του ισραηλινού αποκλεισμού στη Γάζα, το δικαίωμα των Παλαιστινίων στη δημιουργία δικού τους κράτους. Αυτή η νέα τουρκική εξωτερική πολιτική αναβάθμισε το κύρος της Τουρκίας στον αραβικό κόσμο όπως φάνηκε στη θριαμβευτική επίσκεψη στην Αίγυπτο του Ερντογάν όπου του έγινε υποδοχή ήρωα από πλήθη κόσμου.[10]
Αυτή η πολιτική, προφανώς, δεν στερείται αντιφάσεων και «εθνικών» υπολογισμών.
Η τουρκική άρχουσα τάξη παρά τη διπλωματική ρήξη με το σιωνιστικό καθεστώς του Ισραήλ, δεν επιθυμεί τη δημιουργία ενός αντιδυτικού άξονα στην περιοχή. Η ταχύτατα αναπτυσσόμενη τουρκική οικονομία χρειάζεται τόσο τους δυτικούς καπιταλιστές όσο ακόμα και το ίδιο το Ισραήλ. Αυτός είναι ο λόγος που παρά την όξυνση των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ ο Ερντογάν στην πραγματικότητα προχωράει πολύ προσεκτικά. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις, τελικά η Τουρκία συμμετέχει στην επέμβαση των δυτικών στη Λιβύη, η διατυμπανιζόμενη «επικείμενη» επίσκεψη Ερντογάν στη Γάζα δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, ενώ στη διάρκεια της επίσκεψης του στη Λιβύη ο Ερντογάν εξαπέλυσε επίθεση κατά του καθεστώτος του Ιράν στέλνοντας ουσιαστικά μήνυμα ότι η Τουρκία ανήκει στο «δυτικό στρατόπεδο».[11] Έτσι, βάσιμα, οι ΗΠΑ ελπίζουν ότι μπορεί να βρεθεί μια φόρμουλα συμβιβασμού μεταξύ Τουρκίας-Ισραήλ:
«“Προσπαθούμε εδώ και μήνες να εργαστούμε με τους Τούρκους εταίρους μας και τους Ισραηλινούς εταίρους μας για να δυναμώσουμε και να βελτιώσουμε τις μεταξύ τους σχέσεις” δήλωσε η εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Βικτόρια Νούλαντ».[12]
Επομένως, όπως και στην περίπτωση του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980, η «πολύπλευρη εξωτερική πολιτική» του Ερντογάν μπορεί να αλλάξει απότομα κατεύθυνση αν το απαιτήσουν τα συμφέροντα της τουρκικής άρχουσας τάξης.
Και, ασφαλώς, η απάντηση της τουρκικής άρχουσας τάξης στην επιθετική στάση Ελλάδας-Νότιας Κύπρου-Ισραήλ είναι τυπικά εθνικιστική. Απειλεί με κινητοποίηση του στρατιωτικού της μηχανισμού στην ανατολική Μεσόγειο, μονομερείς έρευνες σε αμφισβητούμενες θαλάσσιες περιοχές, κινητοποιεί όσους συμμάχους μπορεί στην περιοχή οξύνοντας τις «εθνικές» αντιθέσεις -πράγμα που σημαίνει, η τουρκική άρχουσα τάξη ρίχνει και αυτή λάδι στη φωτιά (όπως ακριβώς και η ελληνική άρχουσα τάξη) αυξάνοντας κατακόρυφα τους ανταγωνισμούς σε μια περιοχή που αποτελεί κυριολεκτικά μπαρουταποθήκη.
Ωστόσο, σε αυτήν τη νέα φάση όξυνσης των ελληνοτουρκικών ανταγωνισμών ένα πράγμα είναι σαφές σε οποιονδήποτε είναι στοιχειωδώς αντικειμενικός: την κύρια ευθύνη της (επικίνδυνης) όξυνσης των ανταγωνισμών στην περιοχή τη φέρουν Ελλάδα-Νότια Κύπρος-Ισραήλ.
Το ελληνοκυπριακό καθεστώς της Νότιας Κύπρου ισχυρίζεται ότι έχει δικαίωμα για έρευνες σε ολόκληρη την κυπριακή ΑΟΖ (αγνοώντας του Τουρκοκύπριους) γιατί είναι το μόνο κράτος που αναγνωρίζεται από τη «διεθνή κοινότητα». Αυτό το «επιχείρημα» δείχνει από μόνο του την αντιδραστικότητα του καθεστώτος. Με αυτή τη λογική δικαιώνονται οι νέοι σύμμαχοι του καθεστώτος: οι σιωνιστές ρατσιστές. Το Ισραήλ είναι το μόνο νόμιμο αναγνωρισμένο κράτος από τη «διεθνή κοινότητα» στην Παλαιστίνη και αυτό χάρις στην υποστήριξη προς τους σιωνιστές από το δυτικό ιμπεριαλισμό. Η διατήρηση αυτής της ιμπεριαλιστικής νομιμότητας σημαίνει καταπίεση και σφαγή για τον παλαιστινιακό λαό.
Αλλά τα «επιχειρήματα» των καθεστώτων Ελλάδας-Νότιας Κύπρου αποκαλύπτουν την ουσία της πολιτικής που ακολουθούν. Έχουν συνδέσει την επίτευξη των ταξικών τους επιλογών με την πρόσδεση στο άρμα του δυτικού ιμπεριαλισμού, χωρίς καμία επιφύλαξη ή διαφοροποίηση (σε εξόφθαλμη αντίθεση με την τουρκική εξωτερική πολιτική).
Αυτή η ταξική επιλογή οδηγεί στην πλήρη ταύτιση με το δολοφονικό καθεστώς του Ισραήλ, στη δημιουργία στρατιωτικού άξονα Ελλάδας-Νότιας Κύπρου-Ισραήλ. Κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψης στο Ισραήλ ο Πάνος Μπεγλίτης, υπουργός Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας, δήλωσε με ανατριχιαστικό θράσος:
«Να μου επιτρέψετε να πω ότι συμμεριζόμαστε απόλυτα τις ανησυχίες γύρω από την ασφάλεια του κράτους του Ισραήλ. Υποστηρίζουμε το Ισραήλ και υποστηρίζουμε το νόμιμο δικαίωμά του που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο στην αυτοάμυνα και βεβαίως καταδικάζουμε όλες εκείνες τις τρομοκρατικές ενέργειες από οργανώσεις που δρουν από τα κατεχόμενα Παλαιστινιακά εδάφη εναντίον πολιτών του Κράτους του Ισραήλ».[13]
Με απλά λόγια, η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει και «κατανοεί» πλήρως τη σφαγή των Παλαιστίνιων από το σιωνιστικό κράτος…
Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στην «αραβική άνοιξη» είναι απολύτως εχθρική. Ο Π. Μπεγλίτης φρόντισε με δηλώσεις του να ξεκαθαρίσει τη στάση της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικής συμμορίας της Αθήνας:
«Φοβάμαι ότι η “αραβική άνοιξη” που δημιούργησε πολλές προσδοκίες υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με μια ευρύτερη διεθνή πρωτοβουλία μπορεί να εξελιχθεί σε “αραβικό χειμώνα” και να δημιουργήσει φυγόκεντρες δυνάμεις, άρα να συμβάλλει στην αποσταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής. Κάτι που θα πλήξει και τα συμφέροντα της χώρας μας, της Ελλάδας, μιας χώρας που έχει ζωτικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου».[14]
Αυτή η πολιτική δεν είναι το αποτέλεσμα κάποιας δήθεν «εκποίησης της εθνικής ανεξαρτησίας» αλλά συνάδει με τα συμφέροντα των αρχουσών τάξεων Ελλάδας-Νότιας Κύπρου. Συνάδει με τα συμφέροντα του ληστρικού ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου που φοβάται ότι οι εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τα συμφέροντά του που τα εγγυόντουσαν τα δικτατορικά καθεστώτα που ανατράπηκαν. Συνάδει με τα συμφέροντα των ελληνικών κατασκευαστικών εταιρειών που έκτισαν περιουσίες κάνοντας «μπίζνες» με τα διεφθαρμένα καθεστώτα που κατέρρευσαν. Συνάδει με τα συμφέροντα της ελληνοκυπριακής άρχουσας τάξης που θέλει να ισχυροποιήσει τη θέση της (με το αζημίωτο φυσικά…) ως ενεργειακός κόμβος προς τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες της δυτικής Ευρώπης και ως πιστός και αφοσιωμένος σύμμαχος του ιμπεριαλισμού στην περιοχή.

Ελληνοτουρκικές διαφορές και Αριστερά
Στη νέα αυτή φάση όξυνσης των ελληνοτουρκικών διαφορών, δυστυχώς, η Αριστερά για άλλη μια φορά έβγαλε σε κοινή θέα τις αδυναμίες της με τη βασικότερη να κάνει την επανεμφάνισή της: υπόκλιση σε «εθνικές» λογικές και πέταγμα στον κάλαθο των αχρήστων των ταξικών αναλύσεων.
Οι ελληνοτουρκικές διαφορές εμφανίζονται στην πλειοψηφία των αριστερών κομμάτων, ιδιαίτερα του ΚΚΕ και του ΣΥΝ, ως «εθνικές» διαφορές που τις εκμεταλλεύεται ο «ιμπεριαλισμός» σε βάρος «των λαών της περιοχής». Αν αυτή η προσέγγιση ήταν ουδέτερη, δηλαδή κράταγε ίσες αποστάσεις απέναντι στις άρχουσες τάξεις Ελλάδας και Τουρκίας, τότε το πρόβλημα θα ήταν σοβαρό (μιας και θα απέφευγε την ουσία των ελληνοτουρκικών διαφορών) αλλά τουλάχιστον δεν θα ταύτιζε την Αριστερά με «εθνικές διεκδικήσεις». Το πρόβλημα βρίσκεται ότι η πλειοψηφία της ελληνικής και ελληνοκυπριακής Αριστεράς θεωρεί ότι Ελλάδα και Νότια Κύπρος έχουν απολύτως δίκαιο στις διαφορές τους με την Τουρκία και τους Τουρκοκύπριους και, ακόμα χειρότερα, η πλειοψηφία της ελληνικής και ελληνοκυπριακής Αριστεράς δηλώνει έτοιμη να υπερασπιστεί τα «εθνικά δίκαια».
Η Δημοκρατική Αριστερά το μόνο που βλέπει είναι την επιθετικότητα της Τουρκίας και καλεί στην υπεράσπιση των «εθνικών δικαίων»:
«Η διαρκής αμφισβήτηση από την Τουρκία του Διεθνούς Δικαίου και των νόμιμων κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής και της Ελληνικής Δημοκρατίας, την καθιστά παράγοντα αστάθειας για την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και δυσχεραίνει τις διμερείς σχέσεις και την ενταξιακή της πορεία.
[…]
Η κυβέρνηση οφείλει με σταθερότητα να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά εθνικά δικαιώματα της χώρας».[15]
Ο ΣΥΝ θεωρεί την κατάσταση «εξαιρετικά περίπλοκη»(;) καταγγέλλει μεν την κυβέρνηση που συνεργάζεται «με την ακροδεξιά κυβέρνηση Νετανιάχου» αλλά…
…τα «εθνικά δίκαια» θα πρέπει να προστατευθούν:
«[…] η συνεχιζόμενη αδιέξοδη εξωτερική πολιτική της χώρας μας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η πλήρης αδράνεια της χώρας μας στη διεθνή σκηνή, η απόλυτη υποταγή της στα συμφέροντα των ΗΠΑ και των ισχυρών της Ε.Ε. […] αποτελούν, ανάμεσα σε άλλα πολλά, μια σειρά από τραγελαφικές και ιδιαίτερα επικίνδυνες ενέργειες μιας “υποταγμένης” εξωτερικής πολιτικής που θέτει μεγάλους κινδύνους για την περιοχή μας και τα δικαιώματα της χώρας που απορρέουν από τις συνθήκες του διεθνούς δικαίου».[16]
Το ΚΚΕ εμφανίζεται αποφασισμένο να κάνει «ταξική ανάλυση» για τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Αρχικά μοιάζει το κόμμα να υιοθετεί μια λογική ίσων αποστάσεων. Στην περιοχή υπάρχει:
«[…] ένταση των αντιθέσεων ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τον ανταγωνισμό των αστικών τάξεων, σε μια περιοχή που διαθέτει ενεργειακό πλούτο κι αποτελεί «πέρασμα» των πρώτων υλών από την Κεντρική Ασία, την Κασπία, τη Μέση Ανατολή, τόσο προς τη Δύση, όσο και προς τις γοργά ανερχόμενες δυνάμεις της Ασίας (Κίνα, Ινδία κ.ά.)».[17]
Ωστόσο, το ΚΚΕ μας επισημαίνει τον κίνδυνο να:
«[…] εγκλωβιστεί η σκέψη είτε στον εθνικισμό, είτε σε κοσμοπολίτικες απόψεις, που αποτελούν δύο, εξίσου επικίνδυνες, πλευρές της αστικής προσέγγισης των διεθνών σχέσεων».
Θαύμα! Γι’ αυτό το κόμμα καταλήγει τελικά στην άνευ όρων υπεράσπιση των «εθνικών δικαίων»:
«Αυτές τις μέρες πρέπει να επαγρυπνούμε καθώς επίκειται η άντληση πετρελαίου από την Κύπρο σε συνεργασία με το Ισραήλ και τις εταιρείες των ΗΠΑ. Στο φόντο αυτού του γεγονότος γίνεται μια προσπάθεια να περιοριστεί η διείσδυση στην περιοχή από την πλευρά της Ρωσίας και της Κίνας, ενώ η Τουρκία δρομολογεί τις βλέψεις της για το Αιγαίο, αφού η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη συμφωνήσει σε νέα εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Στηρίζουμε το δικαίωμα του κυπριακού λαού, της Κυπριακής Δημοκρατίας να κάνει την άντληση και να έχει τη δικιά της ΑΟΖ. Δεν το συζητάμε».[18]
Στο χώρο της επαναστατικής, εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, οι θέσεις για τα ελληνοτουρκικά ακολουθούν το ίδιο μοτίβο όπως και στην κοινοβουλευτική Αριστερά. Στο Πριν (εφημερίδα του ΝΑΡ) διαβάζουμε ότι η πολιτική της άρχουσας τάξης οδηγεί στην «υποθήκευση [sic!] της εθνικής ανεξαρτησίας της Κύπρου». Πουθενά δεν αναφέρεται η επιθετικότητα της ελληνικής και ελληνοκυπριακής άρχουσας τάξης. Μόνο ο κίνδυνος απώλειας, λόγω ενδοτικότητας προφανώς, της «εθνικής ανεξαρτησίας»:
«Δυστυχώς, υποστηρίζεται έντονα ότι οι συμφωνίες με το Ισραήλ θα ενεργήσουν αποτρεπτικά σε περίπτωση κρίσης μεταξύ της τουρκικής και ελληνοκυπριακής πλευράς. Η λογική που λέει ότι ένα αδύναμο κράτος πρέπει να δορυφοριοποιείται γύρω από το άρμα του αμερικανοϊσραηλινού ιμπεριαλισμού είναι επικίνδυνη. Η εθνική ανεξαρτησία υποθηκεύεται ακόμα περισσότερο. Επίσης, καμία στρατηγική συμφωνία δεν υπάρχει με το Ισραήλ, όπως επίσης καμία δήλωση από τον Νεντανιάχου και τον Μπάρακ ότι το Ισραήλ θα προσφέρει αμυντική ομπρέλα στην Κύπρο σε μία κρίση με την Τουρκία. Φυσικά είναι ανεπιθύμητη τέτοια βοήθεια από ένα αιμοσταγές κράτος όπως το Ισραήλ».[19]
Απλά… μια παρατήρηση: ευτυχώς που το Ισραήλ δεν «θα προσφέρει αμυντική ομπρέλα στην Κύπρο σε μία κρίση με την Τουρκία». Σε αυτή την περίπτωση θα είχαμε εξασφαλισμένα πόλεμο μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας-Ισραήλ…
Το μακράν χειρότερο, ωστόσο, δείγμα μιας Αριστεράς με «εθνικά χρώματα» το έχουμε από την εφημερίδα της ΚΟΕ (μέλος του ΣΥΡΙΖΑ), το Δρόμο της Αριστεράς σε άρθρο του Ρούντι Ρινάλντι με τον αποκαλυπτικό και ανησυχητικό τίτλο «Οι γεωπολιτικές εξελίξεις και η επιβίωση της χώρας». Ο συγγραφέας, αφού διαβεβαιώσει ότι ζούμε «πανεθνική κρίση», κρούει τον κίνδυνο για την «επιβίωση της χώρας, της κοινωνίας, του λαού». Παρ’ όλο που τα «εθνικά δίκαια» Ελλάδας-Νότιας Κύπρου απορρέουν από «το διεθνές δίκαιο», η ελληνική άρχουσα τάξη κατηγορείται ότι είναι έτοιμη να απεμπολήσει «κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας»:
«Η μέχρι σήμερα κοινή στάση για διχοτόμηση του Αιγαίου υπό ΝΑΤΟϊκή επικυριαρχία (καθορισμός του 25ου μεσημβρινού ως ορίου ανάμεσα στις δύο χώρες στο Αιγαίου, κατά παράβαση κάθε έννοιας διεθνούς και θαλάσσιου δικαίου) που προωθούνταν μέσα από τις μυστικές συνομιλίες, το «πρόβλημα» του Καστελόριζου στο οποίο η ελληνική πλευρά έδειχνε ως ένα βαθμό διατεθειμένη να κάνει κυριαρχικές παραχωρήσεις, μπαίνουν με άλλο τρόπο και με την απειλή των όπλων στην κεντρική ατζέντα».[20]
Η λύση κατά τον Ρ. Ρινάλντι είναι η… ανασύσταση του ΕΑΜ! Κατακεραυνώνει «μια Αριστερά» που έβλεπε την Ελλάδα «ως ιμπεριαλιστική ή μικρο-ιμπεριαλιστική χώρα». Ο Ρινάλντι αντίθετα βλέπει τη «χώρα μας» ως «χώρα υπό κατοχή και κηδεμονία» και αναζητά «παλλαϊκή συσπείρωση», ένα «παλλαϊκό μέτωπο σωτηρίας».

«Διεθνές δίκαιο» και εργατικό κίνημα
Είναι πράγματι εντυπωσιακό πως ο Ρινάλντι και η πλειοψηφία της Αριστεράς θεωρούν ως δεδομένο ότι το «διεθνές δίκαιο» είναι υπέρ των «ελληνικών θέσεων» χωρίς καν να μπαίνουν στον κόπο να επιχειρηματολογήσουν επαρκώς περί αυτού.
Δεν θα μπω εδώ στην ουσία των ελληνοτουρκικών διαφορών. Το έχουμε κάνει σε σειρά δημοσιευμάτων αναλυτικά. Σε δυο δημοσιεύσεις, στο Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και η αλήθεια και Το διεθνές δίκαιο και οι ελληνοτουρκικές διαφορές, αναφερόμαστε εκτεταμένα στις διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο και την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Εδώ απλά θα αναφέρω την ουσία:
Το «διεθνές δίκαιο» είναι ένα δίκαιο που το δημιούργησαν οι δυτικοί ιμπεριαλιστές εξυπηρετώντας τα συμφέροντά τους. Δεν πρόκειται για ένα «ουδέτερο», «υπερ-ταξικό» διεθνές δίκαιο, δημιούργημα κάποιων… σοφών μυαλών. Το «διεθνές δίκαιο», όπου εφαρμόζεται, εκφράζει συσχετισμούς δύναμης μεταξύ καπιταλιστικών χωρών και επομένως η εφαρμογή του πολλές φορές αποτελεί αιτία πολέμου, μιας και η εφαρμογή του μπορεί να οδηγήσει σε «χαμένους» και «κερδισμένους». Το «διεθνές δίκαιο» είναι, σκοπίμως, διατυπωμένο με διφορούμενο τρόπο, επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες, και οι καπιταλιστικές χώρες το ερμηνεύουν κατά το συσχετισμό δύναμης που υπάρχει μεταξύ τους.
Έτσι, Ελλάδα-Τουρκία ερμηνεύουν το «διεθνές δίκαιο» όπως τις εξυπηρετεί. Εφαρμόζουν και ταυτόχρονα παραβιάζουν το «διεθνές δίκαιο». Η Ελλάδα σαφώς παραβιάζει το «διεθνές δίκαιο» στο ζήτημα της στρατιωτικοποίησης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο είναι ανοικτό σε ερμηνεία του «διεθνούς δικαίου». Το «διεθνές δίκαιο των θαλασσών» δίνει τη δυνατότητα στην Ελλάδα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, ωστόσο τη συνθήκη αυτή δεν προσυπέγραψαν ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ούτε η Τουρκία. Με την επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 μίλια, διαφωνούν χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ρωσία και οι ΗΠΑ.
Με απλά λοιπόν λόγια, όποιος προσπαθήσει να επιχειρηματολογήσει υπέρ των «εθνικών δικαίων» με βάση τον ιμπεριαλιστικό κυκεώνα του «διεθνούς δικαίου» κινδυνεύει να βρεθεί απολογητής των συμφερόντων της άρχουσας τάξης της χώρας του. Η πραγματικότητα είναι απλή: Ελλάδα και Τουρκία έχουν εμπλακεί σε έναν ανταγωνισμό καπιταλιστικών συμφερόντων (οικονομικών και γεωπολιτικών) στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Καμιά χώρα δεν έχει δίκαιο ή άδικο. Όλα τα ζητήματα διαφωνίας προκύπτουν από τα διαφορετικά καπιταλιστικά συμφέροντα των δυο χωρών και προσπάθειας επιβολής των μεν επί των δε. Τα πράγματα χειροτερεύουν από την επέμβαση των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που για τα δικά τους συμφέροντα οξύνουν, κατά περιόδους, τους τοπικούς ανταγωνισμούς.
Διάφοροι μπορεί να ονειρεύονται μια ανασύσταση του ΕΑΜ ως απάντηση στη σημερινή κρίση που, γι αυτούς, είναι πάνω απ’ όλα «εθνική» (ο Ρινάλντι απλά εξέφρασε αυτή την άποψη με τον πιο ωμό τρόπο). Θα πρέπει να γίνει η υπενθύμιση ότι ακριβώς επειδή το ΕΑΜ δομήθηκε με βάση την προτεραιότητα του «εθνικού» επί του ταξικού το τελικό αποτέλεσμα ήταν η συντριβή του μεγαλύτερου λαϊκού κινήματος που γνώρισε η Ελλάδα. Το πρόβλημα δεν ήταν η λάθος εφαρμογή μιας σωστής πολιτικής, αλλά ήταν λάθος η ίδια η πολιτική βάση συγκρότησης του ΕΑΜ. Με βάση την προτεραιότητα του «εθνικού», το ΕΑΜ οδηγήθηκε σε συνεργασία με αστικές πολιτικές δυνάμεις και, «για το καλό της χώρας», σε συνεργασία και συμβιβασμούς με τους δυτικούς ιμπεριαλιστές. Το τίμημα: η ήττα και η συντριβή.
Στη σημερινή συγκυρία το πρόβλημα της λογικής των «εθνικών δικαίων» είναι πολύ πιο οφθαλμοφανές: εάν το ζήτημα της ελληνοτουρκικής διαμάχης είναι κατ’ εξοχήν εθνικό, τότε αναγκαστικά η Ελλάδα θα πρέπει να αναζητήσει διπλωματικά και στρατιωτικά στηρίγματα σε άλλα έθνη. Το πλέον πρόσφορο (στρατιωτικά και διπλωματικά το πλέον αξιόπιστο και ισχυρό) είναι το σιωνιστικό Ισραήλ. Παρά τα περί του αντιθέτου (συγχυσμένα) λεγόμενα στην Αριστερά, το Ισραήλ είναι η λογική επιλογή εξισορρόπησης στην «τουρκική απειλή». Και για το λόγο αυτό, το Ισραήλ επέλεξαν ως σύμμαχο οι άρχουσες τάξεις Ελλάδας και Νότιας Κύπρου.
Ενάντια, λοιπόν, σε αυτήν την «εθνική λογική» της ήττας και των «εθνικών ελιγμών» με φασίζοντα καθεστώτα του τύπου του σιωνιστικού Ισραήλ, για το εργατικό κίνημα αποτελεί μονόδρομο η διεθνιστική οπτική. Η εξωτερική πολιτική της ελληνικής άρχουσας τάξης είναι η συνέχεια της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας που εξασκεί στο εσωτερικό της χώρας. Η νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα γίνεται στο όνομα της «σωτηρίας του έθνους». Με τον ίδιο τρόπο, η πλήρης συνεργασία με το Ισραήλ και τους δυτικούς ιμπεριαλιστές γίνεται για τα «εθνικά δίκαια» απέναντι στην «επιθετική Τουρκία». Ο στόχος κοινός και στις δυο περιπτώσεις: να περάσουν βάρβαρα ταξικά μέτρα ενάντια στον κόσμο της εργασίας. Αν στο εσωτερικό αυτό σημαίνει ανεργία, φτώχεια και πείνα για τους εργαζόμενους, στις εξωτερικές σχέσεις αυτό σημαίνει βαρύτατες περικοπές κοινωνικών δαπανών υπέρ εξοπλιστικών προγραμμάτων, αλλά και αίμα, νεκρούς και σακατεμένους σε «θερμά επεισόδια» και πολέμους. Η ελληνική άρχουσα τάξη (όπως πολύ συχνά συμβαίνει στην ιστορία των καπιταλιστικών χωρών) παίζει το χαρτί του εθνικισμού ελπίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα αποπροσανατολίσει και θα προσδέσει τους εργαζόμενους στο ταξικό της άρμα. Κυριολεκτικά, παίζει με τη φωτιά -τη φωτιά ενός ενδεχόμενου πολέμου. Θεωρεί ότι τα διακυβεύματα αξίζουν τον κόπο. Ένα πιθανό ενεργειακό Ελντοράντο στην ΑΟΖ της Κύπρου, ένας σημαντικός ενεργειακός κόμβος προς τη δυτική Ευρώπη σε ανταγωνισμό με την τουρκική άρχουσα τάξη, μια στοίχιση της εργατικής τάξης στα ταξικά συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού στο όνομα των «εθνικών κινδύνων».
Ο πρόεδρος του καθεστώτος της Νότιας Κύπρου Δ. Χριστόφιας χρησιμοποίησε αδίστακτα την ένταση με την Τουρκία (την οποία, όπως είδαμε, το καθεστώς του προκάλεσε) για να ξεπεράσει την κρίση για τις εγκληματικές του ευθύνες στην φονική έκρηξη που σημειώθηκε στη ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης».[21] Ο κατ’ εξοχήν υπεύθυνος για το θάνατο 13 ανθρώπων βρήκε την ευκαιρία να λειτουργήσει ο εθνικισμός ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τον ίδιο.
Γιατί όχι και στην Ελλάδα;
…ελπίζει η κυβέρνηση ΓΑΠ-Βενιζέλου σε μια περίοδο που κυριολεκτικά γδέρνει οικονομικά τους εργαζόμενους. «Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των παλιανθρώπων», έγραφε ο Samuel Johnson…

Άγγελος Καλοδούκας

Σημειώσεις

























Aναδημοσιευση απο http://www.aformi.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις